Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Βασιλικιά μούντζα

Βασιλικιά μούντζα
"Κυρίες και κύριοι συγνώμη για την ενόχληση", ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. Ήταν δεν ήταν 20 χρονών, μα φαινόταν σαν αφυδατωμένος γέρος. Καμπουριασμένος, με βρώμικα ρούχα και σημάδια στα χέρια γύριζε για το μεροκάματο από βαγόνι σε βαγόνι 15 μέτρα κάτω από τη γη. Θύμωσα πολύ. Μας αυτοκτονούν μέρα με τη μέρα οι μπάσταρδοι, σκέφτηκα. Μας εθίζουν στα ναρκωτικά, στην ποδοσφαιρολαγνεία, στο life style και σε όποια άλλη μαλακία για να πολτοποιήσουν τα μυαλά μας.

Επόμενη στάση Ομόνοια. Με πνίγει το μετρό, με φοβίζει. Πάντα κρατώ τα χέρια μου σφιχτά στις τσέπες μπας και μου κλέψει κανένας τα τελευταία μου ευρώπουλα. Παράλογη είναι η ζωή. Γυρίσαμε πάλι στην εποχή των σπηλαίων. Ταξιδεύουμε κάτω από τη γη σαν γαιοσκώληκες και το θεωρούμε σημάδι εξέλιξης του πολιτισμού και της τεχνολογίας. Να τον βράσω τέτοιο πολιτισμό όταν κανείς δεν σου μιλά, όταν κανείς δεν σε κοιτά, όταν κανείς δεν σου γελά. Εκεί, 15 μέτρα κάτω από τη γη.

Επόμενη στάση, Μοναστηράκι. Κατεβαίνω αλλά δεν τρέχω σαν τους άλλους. Δεν μπαίνω στο ρυθμό τους. Ανεβαίνω τελευταίος από τις σταθερές σκάλες, όχι από τις τρεχάμενες, τις κυλιόμενες. Παρατηρώ τα γρήγορα βήματα τους. Μάλλον όλοι έχουν αργήσει στο ραντεβού τους ή ίσως τους κυνηγούν οι σκέψεις τους και οι φόβοι τους. Επιτέλους φτάνω στην πλατεία και βλέπω τον Αττικό ουρανό. Ευλογημένο αυτό το ανοιξιάτικο αεράκι που με χτυπά στο πρόσωπο. Μηδέν μέτρα από την επιφάνεια της γης οι πατούσες μου είναι πανέτοιμες. Η ζωή και ο περίπατος μου ξεκινούν.

Τις λατρεύω τις γεμάτες πλατείες. Μα πιο πολύ λατρεύω τις ηλιόλουστες γεμάτες πλατείες. Με κάνουν να ξεχνιέμαι. Συχνά ξεχνώ ποίος είμαι και που πάω. Ζεσταίνει ο ήλιος τη σκέψη μας και σαν φυτά φωτοσυνθέτουμε, παράγοντας χαμόγελα και λέξεις. Τι θαυμάσιο βουητό από τις κουβέντες, τι θεσπέσιο βουητό! Κάποιοι λένε ότι όταν οι άνθρωποι κουβεντιάζουν η γη γυρίζει πιο γρήγορα για να κυλήσει ο χρόνος αβίαστα και χωρίς έννοιες και σκοτούρες. Εκατόν εξήντα εννιά εκατοστά από την επιφάνεια της γης τα μάτια μου λάμπουν γιατί χαίρονται με αυτό που βλέπουν.

Στα στενάκια προϊόντα διαφόρων λογιών περιμένουν τους πελάτες. Τα πάντα μπορείς να βρεις εκεί. Μπλούζες, αρβύλες, παιχνίδια, αντίκες. Τιμές συζητήσιμες, ποιότητα αμφισβητήσιμη αλλά καμία σημασία δεν έχει. Εκεί αγοράζεις αέρα παλιάς Αθήνας. Εκεί κερδίζεις στιγμές. Περνώ ανάμεσα από τα τραπεζάκια του καφέ. Επιβραδύνω το βήμα μου για να πιάσω λέξεις. Μονοπωλούν τις συζητήσεις οι πολιτικές εξελίξεις. Και τα φραπεδάκια έχουν την τιμητική τους. Γιατί η καυτή συζήτηση σηκώνει καφεδάκι παγωμένο, περιποιημένο και καλαμάκι χρωματιστό. Ακούω καλά; Τι ρώτησε αυτός ο τύπος με το μπλαζέ το ύφος; ¨Εν τέλει τι είναι Δημοκρατία κύριοι¨.

Τι είναι Δημοκρατία; Δυστυχώς δεν ξέρω να απαντήσω γιατί δεν την έζησα ποτέ. Ξέρω ότι κάποιοι επιτήδειοι με γραβάτες αποφασίζουν και υπογράφουν για μας χωρίς εμάς σε ένα μεγαλοπρεπές κτίριο που παλιά ήταν ανάκτορο του Όθωνα και τώρα λέγεται βουλή των Ελλήνων. Ανθρωπάκια δειλά, υποταγμένα στο χρήμα χωρίς ψυχή και μπέσα. Γραμματιζούμενα σκιάχτρα που αν και πέρασαν από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου δεν έμαθαν τίποτα ουσιαστικό. Έμαθαν μόνο να ξεπουλάνε έναν ολόκληρο λαό παριστάνοντας τους σοφούς τεχνοκράτες. Δεν έμαθαν να ζουν. Δεν έζησαν ποτέ, δεν πέρασαν ποτέ από αυτόν τον τόπο.

Επιτέλους φτάνω στην πλακόστρωτη οδό που πάντα ξεχνώ το όνομα της. Δεκάδες χειροτέχνες έχουν απλώσει την πραμάτεια τους στο έδαφος ή σε μικρά τραπεζάκια και περιμένουν υπομονετικά για ¨πελάτες¨ που θα ανταποκριθούν στο γούστο τους. Δεν διαλαλούν, δεν ικετεύουν, δεν χρησιμοποιούν προηγμένες τεχνικές μάρκετινγκ. Έμαθαν να επιβιώνουν χρησιμοποιώντας τη φαντασία και τα χέρια τους. ¨Χαϊδεύουν¨ το μέταλλο και κάνουν κοσμήματα για των κοριτσιών τα χέρια και τα αυτιά. Ανακατεύουν μπογιές και φτιάχνουν πίνακες για τοίχους φοιτητικών δωματίων. Θα ζήσουν αυτοί οι τύποι, ό, τι και αν υπογραφεί στο ανάκτορο. Θα ζήσουν γιατί ή θέληση τους είναι πανίσχυρη. Το μυαλό τους ακόμα στροφάρει. Τα χέρια τους πιάνουν. Το λέει ακόμα η περδικούλα τους.

Τα δικά μου χέρια το μόνο που έμαθαν είναι να πατάνε κουμπιά. Το πιο δημιουργικό πράγμα που έχω ποτέ φτιάξει με τα χέρια μου είναι ένα πάζλ 1982 κομματιών. Στέκομαι και τα παρατηρώ και φαντάζομαι πως τα υψώνω με χάρη ρίχνω μια βασιλικιά μούντζα σε όλα. Μια μούντζα από καρδιάς σε μια ζωή που με θέλει δειλό γρανάζι ενός κακοφτιαγμένου συστήματος. Να τα μουντζώσω όλα και να πω
"Κυρίες και κύριοι καλή τύχη, εγώ θέλω να ζήσω, τα χέρια μου να μάθω να χειρίζομαι, το πνεύμα μου να μάθω να πετάει. Αν με γυρέψετε θα είμαι αραγμένος στην πλακόστρωτη οδό και θα πουλάω την δική μου την πραμάτεια. Θα πουλάω παραμύθια."


Πηγή: Μαρίνης Άγγελος  - όσα δεν φτάνω τα κάνω παραμύθια

το βρήκαμε εδώ: Ραμνουσία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου