Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ Ο ΨΩΡΙΑΡΗΣ ΧΩΡΙΑ..

Πάει καιρός που δεν έχω γράψει κάποιον από τους παλαβούς μονολόγους μου. Κι ένας φίλος που με μαλώνει πως ξοδεύομαι, ξοδεύομαι άδικα, πως πρέπει να ξεφύγουμε, να μην βλέπουμε, να μην ακούμε, να μείνουμε  εκτός γιατί θα μας μολύνει αυτό το σάπιο που απλώνεται γύρω μας και δεν υπάρχει κανένας λόγος αφού αυτό το σάπιο το ξέρουμε, το τινάξαμε από πάνω μας πολλά χρόνια πριν. Γιατί να είμαστε μια φωνή με όσους σωπαίνουν. Γιατί να αγωνιούμε για όσους δεν αγωνιούν. Γιατί να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε σ΄οσους δεν γουστάρουν ν΄ακούσουν...


Ναι το ξέρω. Το μνημόνιο μας πληγώνει... Όχι γιατί θα πάμε ποτέ να στηθούμε σε κάποια γελοία ουρά να παρακαλάμε για διακανονισμό της ζωής μας. Δεν θα το κάνουμε. Όχι γιατί θα μας πετάξει έξω από τη πόρτα κάποιος και θα πεινάσουμε. Γιατί ξέρουμε να βρίσκουμε τροφή. Όχι γιατί θα μας απειλήσουν πως θα μας στερήσουν κάτι από ότι αγαπάμε. Γιατί όσα αγαπάμε δεν τα γνωρίζουν, ούτε τα πουλάνε σε κανένα μπακάλικο τους.

Το μνημόνιο μας πληγώνει γιατί μας φέρνει πίσω. Αυτή η  γάγγραινα πάνω από τα κεφάλια μας ,  με κάνει να πρέπει να περπατάω ξανά στους δρόμους που αρνήθηκα εδώ και πολύ καιρό. Με έχει πιάσει  από τα μαλλιά εδώ και τρία χρόνια και μ΄εχει σύρει έξω από εκείνο το παράλληλο σύμπαν που κατοικώ εδώ και χρόνια.. Ένα σύμπαν  που έχει τινάξει από πάνω του την αρρώστια, τη μιζέρια, τον ανελέητο γαργαρισμό της μάζας, αυτή την ακράτεια από ηλίθιες επιθυμίες, αυτή τη λαγνεία για λαμπερές χαντρίτσες και χτυπητά χρώματα που σέρνουν από τη μύτη τους δίποδους πιθήκους, όπως σέρνει η σάρκα ένα ζόμπι. Αυτό το παράλληλο σύμπαν που οι περισσότεροι αγνοούν ή κι όσοι δεν το αγνοούν περιμένουν την έγκριση κάποιου αντιπροσώπου για να το κατακτήσουν, λες κι η ζωή μας είναι εταιρικό μερίδιο ή κομματική ντιρεκτίβα... 

Το μνημόνιο μου αφαιρεί σιγά σιγά τη δυνατότητα... Να αισθάνομαι χαρά με τους ψωριάρηδες χώρια. Γιατί αυτή η μικρή πολυτέλεια δεν μοιάζει αυτούς τους καιρούς ατομική κατάκτηση, μοιάζει ένοχη πολυτέλεια...
Δεν μπορεί κανείς να λείψει από το πόλεμο που έχει ξεκινήσει πιο στυγνός από κάθε άλλη φορά. Δεν γίνεται γιατί η ασυδοσία  μιας προνομιούχας ομάδας δίποδων, έχει γίνει χειρότερη ακόμα κι από το χειρότερο που μας είχε μάθει....Σκοτώνει ότι βρει μπροστά του.  Και δεν γίνεται να κοιτάζω αυτό το σκοτωμό αμέτοχη. Αυτοί που πριν από κάθε τι άλλο φρόντισαν να δηλητηριάσουν, να καταστήσουν στείρα,  τη καλλιέργεια, εκείνο το είδος καλλιέργειας που κάνει το ανθρώπινο μυαλό να γεννάει, να ονειρεύεται, να εφευρίσκει, να ταξιδεύει άφοβα προς την Ιθάκη του,  Η σοφία, ακόμα κι εκείνο το είδος απλής σοφίας που κουβάλαγε η γιαγιά μου μέσα της και δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο για να νοιώσει και να καταλάβει τα μεγάλα νοήματα της ζωής, από το να κόψει το πρώτο καρπό από τη σοδειά που είχε ιδρώσει για να φυτέψει, δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από το να γυρίσει στον ήλιο και να αισθανθεί την ευλογία της δημιουργίας,  ποδοπατήθηκε σιγά σιγά από ρόδες με ζάντες αλουμινίου, πανεράκια με γαρδένιες, ψηλοτάκουνα φιρμάτα, σημαίες  πλαστικές δίχρωμες, ψηφοδέλτια πεταμένα στο πάτωμα, βιβλία σε καλάθια για δυο δεκάρες, νυσταγμένα μαθήματα, αδιάφορους δασκάλους, ανήθικο κράτος, κονσόλες, κινητά, πλάσμα τηλεοράσεις, καφετιέρες εσπρέσο, φαστ φουντ κινηματογράφους, φαστ φουντ πανεπιστήμια, πεθαμένους που νομίζουν πως ζουν...

Είναι σαν να παλεύεις μια ζωή να μείνεις εκτός από αυτό το σιχαμένο οικοδόμημα, να έχεις βρεις τρόπους να μην είσαι μέσα, να αποδράς, να κατασκευάζεις δικούς σου κόσμους, να ασφαλίζεσαι μακριά από την μαζικοποιημένη ηλιθιότητα, βαρβαρότητα, διαφθορά, όποιο και να είναι το κόστος, και να σε βρίσκει πάλι το σύστημα με το πιο ύπουλο χτύπημα κάτω από τη μέση.

Την αγάπη.

Την αγάπη που δεν μπορείς να αποβάλλεις για όσους αγωνίζονται ακόμα να ξεφύγουν. Την αγάπη για όσους δεν μοιάζουν με τους άλλους. Την αγάπη για όσους έχουν φορτωθεί το σταυρό του κόσμου και τον κουβαλάνε πάνω στο Γολγοθά τους.Την αγάπη για όσους στέκονται περήφανα όρθιοι μέσα σε τόσα εκατομμύρια γονατιστούς...  Το να έχεις ξεφύγει από όλα αυτά σημαίνει πως ήθελες να προστατεύσεις τις τελευταίες σπίθες ελπίδας να μείνεις άνθρωπος. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο γυρνάς το κεφάλι πίσω ενώ είσαι ένα βήμα από τη τελική φυγή, γυρνάς το κεφάλι με κίνδυνο να γίνεις στήλη άλατος ... Γιατί εκεί πίσω εκτός από τα τομάρια καίγονται αθώοι. Εκτός από τους πεθαμένους καίγονται κι οι ζωντανοί...

Τη γλίτωσα από το φαστ φουντ βρώμικο φαΐ τους  αλλά πως μπορώ να κοιτάζω τα αγέννητα παιδιά μας να το τρώνε?...

Έρχονται αυτά τα όρνια της συμφοράς λες και δεν τους έφτανε το γεγονός πως κρατάνε τις ζωές των ανθρώπων δεμένες με γελοία σπαγγάκια, λες και δεν τους έφτανε η εκπαίδευση των ανθρώπων στο να βιώνουν τη ζωή τους σαν μια συνεχή τιμωρία,  λες και δεν τους έφτανε η κλοπή, η λεηλασία, η σφαγή  κάθε αξίας, κάθε ηθικής, κάθε ομορφιάς αληθινής,  στο βωμό παλιόχαρτων, λες και δεν τους έφτανε το γεγονός πως ελάχιστοι άνθρωποι πια μπορούν να κάνουν έστω και μια μικρή σκέψη ελεύθερη, χωρίς να φοβούνται, χωρίς να αισθάνονται ένοχοι, χωρίς να κρύβονται μην τους πάρουν χαμπάρι,  θέλουν να ρουφήξουν και το τελευταίο μεδούλι από αυτό που ο άνθρωπος είχε ελπίσει πως θα γινόταν. Να μην αφήσουν ελπίδα ελπίδας σ΄ενα κόσμο που εύχονται να μπορέσουν να τον καταπιούν ολοκληρωτικά και αμετάκλητα για να ξεμπερδέψουν μια και καλή μαζί του.

Γι΄αυτό σας λέω πως τα μνημόνια, κι ο ανεξέλεγκτος πλέον διασυρμός της ζωής, το τελικό στάδιο μιας χρόνιας αφάνταστα οδυνηρής αρρώστιας, θέλει να αφανίσει κάθε σημείωση στο περιθώριο της σελίδας, κάθε τι που να μπορεί να συνεχίσει να μετράει τις ανάσες με το δικό του τρόπο. Δεν θέλουν ούτε σημειώσεις, ούτε υπενθυμίσεις, ούτε όνειρα στο περιθώριο της ιστορίας. Δεν θέλουν ήρωες, ούτε προδότες, δεν θέλουν ιδεολογίες ή θρησκείες, δεν θέλουν πατρίδες, δεν θέλουν λαούς, δεν θέλουν ζωγραφικές, μουσικές, βιβλία. Δεν θέλουν να γεννιούνται εφευρέτες ούτε δάσκαλοι.

Δεν θέλουν τα παιδιά που θα γεννηθούν να θέλουν....
Θυμάμαι ένα πανέμορφο ποίημα του Salinas σε κάποια στροφή έλεγε «θέλω να σε βλέπω να θέλεις...» Αυτό το πράγμα, αυτά τα «πράγματα» το απεχθάνονται. Τους προκαλεί αναταραχές στη τάξη τους. Θέλουν να θέλεις αυτό που θέλουν και τίποτα άλλο. Η τέλεια κοινωνία αυτή που ζούμε ήδη. Της ελεγχόμενης βούλησης.

Αγγίζεις ένα πακέτο χαρτομάντιλα κι έχει προηγηθεί μια ζωή προπαγάνδα μέσα βαθιά στο μυαλό, για να πάρεις εκείνο το συγκεκριμένο χαρτομάντιλο κι όχι ένα χαρτομάντιλο.

Τα χρέη είναι πληγή έλεγε η γιαγιά μου. Καλύτερα δυστυχισμένος παρά χρεωμένος. Σκέψου με μια πατρίδα τι γίνεται. Σκέψου αν στα γρανάζια της τραπεζικής αλωνιστικής μηχανής,  δεν είναι ένας, δυο τρεις αλλά εκατομμύρια στοχοποιημένοι. Αν το κύρος σου ή η καταδίκη σου σε ένα υποτίθεται πολιτισμένο κόσμο, κρίνεται από το αν έχεις καλές συναλλαγές ή όχι, μ΄ενα τοκογλύφο. Να προηγείται ο τραπεζίτης του ποιητή. Να προηγείται ο τόκος από το όνειρο. Το πλαστικό χρήμα από το ζωντανό αίμα....

Ονειρεύονται τη μελλοντική κοινωνία χωμένη σε μηχανική υποστήριξη κι εκείνοι να ορίζουν πότε θα τραβάνε τη πρίζα και πότε όχι. Κι οι διάσπαρτες φωνές, δίνουν μια τελική μάχη μήπως προλάβουν να σώσουν κάτι, οτιδήποτε που να θυμίζει πως κάποτε υπήρξαμε, να δίνει ένα στίγμα στους πολύ μακρινούς καιρούς για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν...
Γιατί στους πολύ μακρινούς καιρούς δεν ξέρω αν θα υπάρχουν πια εξαιρέσεις στο κανόνα. Γι΄αυτό σου λέω, αυτό το γ@μημένο μνημόνιο αναγκάζει ακόμα κι εμάς τους ναυαγούς να ψάχνουμε μια σχεδία όχι για να ξεφύγουμε από το νησί που ζούμε, αλλά για να μπορέσουμε να φέρουμε όσο μπορούμε περισσότερους σ΄αυτό,  μας αναγκάζει να χάσουμε την ομορφιά της ησυχίας γιατί εκεί έξω μυρίζει ατέλειωτος πόνος....

Και κανένα πλάσμα με ελάχιστη συνείδηση μέσα του, δεν μπορεί ποτέ να απολαύσει την ησυχία του όταν γύρω του η δυστυχία ουρλιάζει...
Μη μου ζητάς λοιπόν να μείνω εκτός γιατί στο τέλος θα βρεθώ φαγωμένη κι από τους καρχαρίες κι από τους κοριούς, γιατί έτσι γίνεται πάντα... όποιο και να είναι το αποτέλεσμα εδώ και λίγο καιρό δεν μπορώ να δω την ησυχία μου χωρίς ενοχές.

Δεν θα φύγω για κάπου αλλού Δεν θα το σκάσω σαν κλέφτης Δεν θα γυρίσω τις πλάτες σ΄οτι δεν με αφορά, γιατί εγώ μπορώ να κάνω αλλιώς. Κι ένας άνθρωπος αν υπάρχει που να αξίζει ακόμα το κόπο, αρκεί για γυρίσεις πίσω να τον ψάξεις..

Γιατί  μπορείς να μισήσεις μόνο κάτι που αγάπησες. Κι αυτούς τους παλιό-ανθρώπους τους αγάπησες άραγε ποτέ? Σε σένα μιλάω που κουράστηκες ήδη.

Φεύγουν χωρίς να ρίξουν ένα βλέμμα πίσω τους ελληνόπουλα που δεν βρίσκουν τίποτα σ΄αυτόν εδώ το ρημαγμένο τόπο. Αυτή η φυγή θα φέρει καλύτερη ζωή ίσως. Πόση ησυχία όμως μπορείς να έχεις όταν ότι αγάπησες θα σβήνει χωρίς να μπορείς καν να του σφίξεις το χέρι?

Μπορούμε να ζήσουμε με τους άλλους να πεθαίνουν? Αν απαντήσεις ναι, φύγε πιο εκεί γιατί  μου σκοτίζεις τον ήλιο... Αν απαντήσεις όχι, μείνε να το παλέψουμε...

πηγή: Vasiliskos2

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου