Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Η αποσάθρωση της πολιτικής σκέψης και η δικτατορία του κυνισμού

premonition-of-civil-warΤα διεθνή ΜΜΕ επί δυόμιση χρόνια μηρυκάζουν για τον ελληνικό λαό πως είναι όλοι τεμπέληδες, φοροφυγάδες και απατεώνες και ότι έχουν κατακλέψει τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων (οι οποίοι είναι όλοι τίμιοι). Απεναντίας, μετριοπαθέστερες, έως και θετικές, είναι οι δημοσιεύσεις τους για την Ισπανία, την Πορτογαλία, (λιγότερο) για την Ιταλία και πολύ περισσότερο για την Ιρλανδία για την οποία μάλιστα, οι Γερμανικές εφημερίδες της Δεξιάς στην αρχή έγραφαν πως πρόκειται για μια χώρα αναξιοπαθούντων που βασανίζονται άδικα από την ανεργία και την οικονομική κρίση ενώ μερικούς μήνες αργότερα την παρουσίασαν ως παράδειγμα προς μίμηση…

Από τη στιγμή που η (οικονομική) κρίση στην Ελλάδα έγινε αντικείμενο ευρείας συζήτησης στα πρωτοσέλιδα των Νεοφιλελεύθερων Ευρωπαϊκών εφημερίδων και κυρίαρχο θέμα στα δελτία ειδήσεων των διεθνών ΜΜΕ, διαφόρων ειδών ιστορίες εμφανίστηκαν σχετικά με το πως «η Ελλάδα αγκομαχά εξαιτίας ενός υπερδιογκωμένου δημοσίου», πως «η εργάσιμη εβδομάδα είναι πολύ μικρή», και «οι πολίτες της χώρας αυτής συνταξιοδοτούνται πρόωρα, εργάζονται λίγο και έχουν ως εθνικό τους σπορ να μην πληρώνουν τους φόρους τους» (χαρακτηριστική είναι η δήλωση της Λαγκάρντ μόλις λίγο πριν τις εκλογές: «Πληρώστε τους φόρους σας για να ανακάμψει η χώρα»). Η Νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα συνεχίζει να επιτίθεται κάνοντας λόγο για την ύπαρξη του «13 του μισθού και 14 του μισθού», σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι απολαμβάνουν υψηλότερες αμοιβές από τους Ευρωπαίους ομολόγους τους. Το πιο εξοργιστικό, όμως, απ’ όλα είναι η εκστρατεία του Κίτρινου Τύπου (κυρίως των φυλλάδων της ακροδεξιάς Γερμανικής Bild και της Βρετανικής Daily Mail) πως «οι τεμπέληδες Έλληνες συνεχώς απεργούν χωρίς κανένα λόγο και περιμένουν από τους σκληρά εργαζόμενους Ευρωπαίους να χρηματοδοτήσουν το δικό τους lifestyle». Μάλιστα, πριν από μερικούς μήνες, το Βρετανικό κανάλι Channel 4 φιλοξένησε ένα reality «εμπνευσμένο» από την ελληνική κρίση όπου τρεις οικογένειες Βρετανών μιμούνται τον Ελληνικό τρόπο ζωής για μια εβδομάδα. Συγκεκριμένα, μια 54χρονη κομμώτρια μαθαίνει πώς μπορεί να συνταξιοδοτηθεί στο 53ο έτος της ηλικίας της λαμβάνοντας ως σύνταξη το 90% του τελευταίου μισθού της, ένας οδηγός λεωφορείου απολαμβάνει μισθό διπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο, και επιδόματα για την έγκαιρη προσέλευσή του στη δουλειά και τον έλεγχο των εισιτηρίων και τέλος, ένας χειρούργος φοροδιαφεύγει αυξάνοντας τα έσοδά του. (Δείτε επίσης το άρθρο του Marxist.com The myth of the “lazy Greek workers”)

Η συμπάθεια στερεύει: Λοιπόν, στους Έλληνες έχει δοθεί ένα ακόμα πακέτο διάσωσης στο ύψος των 200 εκατομμυρίων. Για όσο καιρό μπορεί κάποιος να θυμάται, (οι Έλληνες) ζούσαν πέρα από τις δυνατότητές τους, ξόδευαν πάνω από όσα κέρδιζαν και δημιούργησαν ένα εθνικό χρέος που το καλύπτουν με ατέλειωτα δάνεια για τα οποία ποτέ δεν είχαν καμία πιθανότητα να τα ξεχρεώσουν. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι έχουν αναγκαστεί να ξυπνήσουν στην πραγματικότητα. Σίγουρα είναι δύσκολο να ρυθμίσεις το επίπεδο ζωής σου αλλά αυτό είναι ανέφικτα δύσκολο.Η εναλλακτική για τους Έλληνες είναι να συνεχίσουν να έχουν μια καλού επιπέδου ζωή που δεν την κέρδισαν και να περιμένουν από όλους τους άλλους, όπως κι εμάς, να πληρώσουν για αυτούς. Οι ταραχές στις διαδηλώσεις δεν θα εξαφανίσουν τα χρέη τους. (Τρίτη 23 Φλεβάρη, Εφημερίδα Metro, Λονδίνο)
Όσοι, όμως, νομίζουν ότι η Γερμανία και η Βρετανία αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, είτε πως τα παραπάνω έχουν να κάνουν με περιθωριακού τύπου λαϊκιστικές αντιδράσεις που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα, αλλά και όλες τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, βρίσκεται μάλλον εκτός πραγματικότητας. Τον Ιούνιο του 2011, ο Ολλανδός ακροδεξιός Γκερτ Βίλντερς, μετέβη μπροστά στην Ελληνική πρεσβεία της Χάγης, και κρατώντας ένα μεγενθυμένο χαρτονόμισμα των 1.000 δραχμών απαιτούσε να βγει η Ελλάδα από τη ζώνη του ευρώ. Στην ίδια χώρα, σε εκπομπή του καναλιού VARA,παρουσιάστηκαν ηθοποιοί ντυμένοι Έλληνες τσολιάδες να ευχαριστούν τους Ολλανδούς που τους έτρεφαν ενώ αυτοί ζούσαν ανέμελα και τώρα τους καλούν να πληρώσουν τις συνέπειες της τεμπελιάς τους, ενώ λίγους μήνες αργότερα, Ολλανδικό διαδικτυακό κανάλι ανάρτησε βίντεο ραπ μουσικής με τίτλο “Fuck You Papandreou” αμέσως μετά τη συνάντηση του Γιώργου Παπανδρέου με τους Σαρκοζί και Μέρκελ στις Κάννες. Το τραγούδι δεν είχε σκοπό να πλήξει τον Έλληνα πρωθυπουργό για την αναποτελεσματικότητα των κινήσεών του, αλλά, ανέβηκε στην ιστοσελίδα του lucktytv.nl έπειτα από την κατακραυγή που ξέσπασε όταν ο ίδιος ανήγγειλε δημοψήφισμα για το πακέτο διάσωσης, στέλνοντας έτσι το μήνυμα πως οι Έλληνες πολίτες δεν έχουν δικαίωμα να επιλέγουν για την τύχη τους διότι α) θέτουν σε κίνδυνο την πορεία του ευρώ και β) είναι πλήρως υπεύθυνοι για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα και πρέπει να τιμωρηθούν.
Στη Φιλανδία σύμφωνα με δημοσκόπηση στην οποία συμμετείχαν 1.819 άνθρωποι, το 56% των ερωτηθέντων εξέφρασε την άποψη ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει τη νομισματική ένωση. Παρομοίως, σε περίπτωση αποτυχίας των μέτρων λιτότητας υπέρ της εξόδου της  Ελλάδας από την Ευρωζώνη είναι το 78% των Γερμανών, το 65% των Γάλλων, και ταυτόχρονα, το 51% των Ισπανών και το 49% των Ιταλών (δύο χώρες που υποτίθεται ότι θα εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους προς τους ομοιοπαθούντες Έλληνες πολίτες). Ακόμα περισσότερο, η «αριστερή» Γαλλική Liberation (που άλλοτε έγραφε ύμνους υπέρ της Ελλάδας) έφτασε στο σημείο να δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο: «Οι Ελληνες το παίζουν θύματα, είναι αχάριστοι» στο οποίο γράφει πως: «οι Έλληνες αρνούνται να αναγνωρίσουν ότι είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την άθλια κατάσταση της χώρας τους» και πως «Η Ελλάδα έχει τάση να το παίζει θύμα και ζητάει συνεχώς χάρες με το επιχείρημα ότι αποτελεί το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού».
Τα διεθνή ΜΜΕ, λοιπόν, επί δυόμιση χρόνια μηρυκάζουν για τον ελληνικό λαό πως είναι όλοι τεμπέληδες, φοροφυγάδες και απατεώνες και ότι έχουν κατακλέψει τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων (οι οποίοι είναι όλοι τίμιοι). Απεναντίας, μετριοπαθέστερες, έως και θετικές, είναι οι δημοσιεύσεις τους για την Ισπανία, την Πορτογαλία, (λιγότερο) για την Ιταλία και πολύ περισσότερο για την Ιρλανδία για την οποία μάλιστα, οι Γερμανικές εφημερίδες της Δεξιάς στην αρχή έγραφαν πως πρόκειται για μια χώρα αναξιοπαθούντων που βασανίζονται άδικα από την ανεργία και την οικονομική κρίση ενώ μερικούς μήνες αργότερα την παρουσίασαν ως παράδειγμα προς μίμηση (δεδομένου μιας πλασματικής ανάκαμψης) σε αντίθεση με την Ελλάδα που αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή, καθώς οι «τεμπέληδες Έλληνες το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να πίνουν ούζο και να ξαπλώνουν στις παραλίες». Όλα αυτά, τη στιγμή που το κατά κεφαλή χρέος της Ιρλανδίας είναι τριπλάσιο από το Ελληνικό (όπως και το αντίστοιχο της Ιταλίας και της Ισπανίας).
Είχαμε στο παρελθόν πολλές φορές προσπαθήσει να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτό, (την επίθεση των Ευρωπαϊκών ΜΜΕ εναντίον της Ελλάδας), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο λόγος που διεξάγεται όλη αυτή η ρατσιστική προπαγάνδα οφείλεται στα κινήματα αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί εντός της χώρας, με αποκορύφωμα την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, που λίγο έλειψε να μεταδοθεί και σε πολλές χώρες της Δύσης, εν αντιθέσει με την παθητική στάση των Ιρλανδών οι οποίοι πειθάρχησαν στις εντολές της Ε.Ε και του ΔΝΤ δίχως να γίνουν πολλές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις. Μήπως, όμως, υπάρχει και κάποιος άλλος παράγοντας που επηρεάζει τις καταστάσεις, πέρα από την ανυπακοή στους ολιγάρχες; Στην Ισπανία τον τελευταίο χρόνο έχουν ήδη αρχίσει ν’ αναπτύσσονται δυναμικά και οριζόντια κινήματα τα οποία μπορεί να μην συγκρίνονται με αυτά που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, ωστόσο, όμως, κάνουν αισθητή την ύπαρξή τους στην πολιτική ζωή του τόπου, με αποκορύφωμα τις συγκρούσεις ανθρακωρύχων και αστυνομίας στην περιοχή Αστούριας, κινητοποιήσεις που κατάφεραν να ξεπεράσουν τον γραφικό πασιφισμό των indignados. Όμως, παρόλα αυτά δεν βλέπουμε τον διεθνή Τύπο να επιτίθεται ωμά εναντίον των Ισπανών, ούτε οι ευρωκράτες επεμβαίνουν απροκάλυπτα και ανοιχτά στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, όπως γίνεται με την Ελλάδα. Η απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί εδώ είναι απλή και έχει εν μέρη δοθεί σε προηγούμενές μας αναρτήσεις όπου και αναλύσαμε την αξιακή πολιτισμική πλευρά της κρίσης, (η οποία δεν είναι μόνο οικονομική). Αυτός ο ισχυρισμός θα συζητηθεί περαιτέρω στο άρθρο αυτό:
Η νεοελληνική πραγματικότητα και η Δύση
Σε προηγούμενο άρθρο που αφορούσε κριτική στις θέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ο οποίος ποντάρει πάνω σε μια πανευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς την Ελλάδα ειπώθηκαν λίγο πολύ τα εξής: Η απαξίωση του Ευρωπαϊκού Νότου (και κυρίως της Ελλάδας) από τους «σκληρά εργαζόμενους» (όπως τα ΜΜΕ τους αποκαλούν) Βορειοευρωπαίους δεν έχει να κάνει μόνο με την οικονομία, αλλά και με το γεγονός ότι οι ίδιοι πάντοτε έβλεπαν με καχυποψία τους λαούς της Νότιας Ευρώπης (και όσο πιο Ανατολική είναι μια χώρα, όσο πιο κοντά στην Ασία, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς). Οι βουτιές των χρηματιστηρίων, η αύξηση του ποσοστού των ανέργων που βύθισαν στη φτώχεια εκατομμύρια πολίτες έγινε αφορμή ώστε αυτό το χάσμα μεταξύ Ευρωπαϊκού βορρά και νότου (που βασίζεται στο φαντασιακό του κυρίαρχου λευκού βορειοευρωπαίου) να βγει στην  επιφάνεια και οι λαοί του Νότου να χρησιμοποιηθούν ως οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της κρίσης. Έτσι, η σύγκρουση Ελλάδας vs Ευρωπαϊκού βορρά, έχει να κάνει, μέχρι ενός σημείου, με το βορειοευρωπαϊκό παλαιο-αποικιακό φαντασιακό το οποίο, όπως αναφέρει η Hannah Arendt στο βιβλίο The Origins of Totalitarianism τροφοδότησε τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους μέσω μιας ιδεοληψίας ότι οι λευκοί Ευρωπαίοι του βορρά υπερείχαν των άλλων λαών. Αυτή η ιδεοληψία, μερικούς αιώνες μετά, δεν έσβησε ακόμα και δεν έπαψε να τρέφει τις εθνικιστικές ονειρώξεις των βορειοευρωπαίων. Άλλωστε, η Δυτική πολιτική φιλοσοφία είναι διπολική. Από τη μια εμπεριέχει σπέρματα δημοκρατίας και αυτονομίας, αλλά ταυτόχρονα ενσωματώνει και τον μεσαιωνικό σκοταδισμό, ο οποίος κατάφερε να επιβιώσει μέχρι και τις μέρες μας. Όπως είχε πει ο Κορνήλιος Καστοριάδης: «αυτή η κληρονομιά της δικής μας παράδοσης, της δημοκρατίας και  της φιλοσοφίας δεν είναι η μόνη κληρονομιά. Έχουμε κι άλλη κληρονομιά:  την Ιερά Εξέταση, τον σταλινισμό  και τον ρατσισμό, όλα αυτά αποτελούν  επίσης δημιουργίες. Μέσα από αυτήν την κληρονομιά διαλέγουμε το πρόταγμα της αυτονομίας και αντιπαλεύουμε με αυτό την κατάσταση της ετερονομίας…». Έτσι, για όσο καιρό η οικονομία ανθούσε, αυτή η ιδεοληψία της ανωτερότητας των βορειοευρωπαίων δεν εκδηλωνόταν, καθώς κυριαρχούσαν οι γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης και η κερδοφορία. Χρειάστηκε να απειληθούν τα συμφέροντα των Ευρωπαϊκών ελίτ, ώστε να ξεσπάσει μια αναμπουμπούλα στην Ευρώπη, με τα ακροδεξιά κόμματα να επενδύουν στον φόβο της «εισβολής μεταναστών από την Ασία και την Αφρική». Στην ουσία, οι ακροδεξιοί ηγέτες επένδυσαν σε αυτό το φαντασιακό της λευκής ανωτερότητας, έστω και συγκεκαλυμμένα κάτω από την κοινοβουλευτική γραβάτα, με αποτέλεσμα να τριπλασιάσουν τα ποσοστά τους, είτε οι κεντροδεξιές «μετριοπαθείς» παρατάξεις ν’ αρχίσουν σιγά σιγά να υιοθετούν στοιχεία της προπαγάνδας των ακροδεξιών δημαγωγών. Στην ουσία, το δίπολο Ελλάδα/Γερμανία αποτελεί κομμάτι του ευρύτερου πολιτικο-πολιτισμικού χάσματος μεταξύ της «υποανάπτυκτης» ανατολής και της καπιταλιστικής Δύσης, (καθώς για πολλούς Ευρωπαίους η Ελλάδα ανήκει καθαρά στην Ανατολή).
Δεν είναι, βέβαια, ψευδές ότι η ελληνική κοινωνία ελάχιστους δεσμούς έχει με την Ευρώπη, τόσο σε πολιτισμικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο, κάτι που θα πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε, όσο οδυνηρό και αν μας φαίνεται. Αναμφισβήτητα είναι δύσκολο για εμάς να το αποδεχτούμε καθώς για πολλές δεκαετίες η ιδέα της ένταξης της Ελλάδας στην Ε.Ε και της μετατροπής της από μια εγκαταλελειμμένη υποανάπτυκτη επαρχία σε μια Δυτική καπιταλιστική μητρόπολη, υιοθετούνταν αβασάνιστα και αναντίρρητα από τη συντριπτική πλειοψηφία. Πρόκειται για μια αντίληψη που βασίστηκε πάνω στην mainstream ιδέα της δεκαετίας του 90, πως οτιδήποτε φέρει την Ευρωπαϊκή σφραγίδα είναι πάντοτε προτιμότερο. 
Ο Νίκος Ηλιόπουλος στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Μάγμα (σ. 104), αναλύοντας το νεοελληνικό φαντασιακό, γράφει πως «τον νόμο δεν μπορούμε να τον δημιουργήσουμε εμείς, άρα τον δανειζόμαστε από έναν άλλον, έτερο, από έξω», δείχνοντας, έτσι, την ανικανότητα της Ελληνικής κοινωνίας να νοηματοδοτήσει τον εαυτό της και να δημιουργήσει ένα είδος «ταυτότητας» από μόνη της, με αποτέλεσμα ν’ αναγκαστεί να μιμηθεί τη Δύση, συγκαλύπτοντας την πραγματικότητά της κάτω από μια Ευρωπαϊκή ταμπέλα, και εξασφαλίζοντας έτσι ένα είδος πολιτισμικής σιγουριάς, πως πλέον «σαν λαός είμαστε κι εμείς κομμάτι της ισχυρής Δύσης». (Βέβαια, να μην παραλείψουμε και το γεγονός ότι η Ελληνική κοινωνία για πρώτη φορά μετά την πτώση της δικτατορίας γνώρισε σταθερότητα και κοινωνική ειρήνη, κάτι που, σε μεγάλο βαθμό, έχει να κάνει και με την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή κοινότητα η οποία κουτσά στραβά καταφέρνει να εγγυηθεί, ταυτόχρονα, και την εδαφική της ασφάλεια, δεδομένου του φόβου της επίθεσης από την γειτονική Τουρκία). Έτσι, η Ελληνική κοινωνία προσπάθησε και κατάφερε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να κρύψει τον πραγματικό της μεσανατολίτικο (και ξεπερασμένο για τα δεδομένα της εποχής του 90) εαυτό – ο οποίος φυσικά, ουδεμία σχέση έχει με την Δύση – και να ζήσει μέσα στην αυταπάτη που η ίδια δημιούργησε, δίχως, βέβαια, να επιδιώξει ούτε έστω και στο ελάχιστο πραγματικά να υιοθετήσει τον Δυτικό τρόπο ζωής. Πόσες φορές, εμείς οι ίδιοι στις συζητήσεις μας δεν κάνουμε λόγο για το πώς «οι Ευρωπαίοι έχουν το τάδε» αναγνωρίζοντας, έτσι, έμμεσα την μή Ευρωπαϊκότητά μας, αλλά και την απόσταση που υπάρχει μεταξύ Ελλάδας και Δύσης; Με αυτήν την πραγματικότητα, λοιπόν, θα πρέπει να έρθουμε σ’ επαφή, να πάψουμε να τη βλέπουμε ως μειονέκτημα (διότι κάθε πολιτισμός έχει θετικά στοιχεία μέσα από τα οποία θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν πραγματικά δημοκρατικά προτάγματα), και, ταυτόχρονα ν’ απορρίψουμε όλες τις αριστερίστικες φαντασιώσεις και τις διάφορες εθνικιστικές υστερίες του τύπου: «εμείς είμαστε ένα υπερήφανο έθνος, δεν φταίμε σε τίποτα και για όλα φταίει μια διεθνής συνωμοσία», ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει το πολιτικό φαντασιακό στη σύγχρονη Ελλάδα: «η λαϊκιστική αυταπάτη ότι ο λαός είναι πάντα αλάθευτος, και άρα ανεύθυνος για ότι συμβαίνει στην κοινωνία, και η σύστοιχη αυταπάτη ότι πάντα υπεύθυνοι είναι οι άλλοι, οι πολιτικοί αντίπαλοι, οι ξένοι» (Ηλιόπουλος, 105).
Το μπαλάκι των ευθυνών…
Πριν από μερικά χρόνια ο Καστοριάδης σε ερώτηση δημοσιογράφου, αναφορικά με τα δεινά της Ελληνικής ιστορικο-πολιτικής πραγματικότητας της εποχής του, είχε πει τα εξής: «Σύμφωνα με την παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση». Στο σημείο αυτό, ας παραλλάξουμε λιγάκι την παραπάνω πρόταση αντικαθιστώντας μερικές λέξεις, ως εξής: «Σύμφωνα με τη νεοελληνική αντίληψη, όλα αυτά τα επέβαλαν οι ξένοι, οι μασόνοι και οι κρυφές συνωμοσίες». Συνεχίζοντας στα λόγια του μεγάλου διανοητή: «Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν στον ελληνικό λαό ερήμην του ελληνικού λαού; Μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μιαν τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν όμως είναι νήπιο, τότε ας μη μιλάμε για δημοκρατία. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε, ας  του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός – όπως και κάθε  λαός- είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, συνεπώς, είναι υπεύθυνος και για την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται σήμερα».
Τί σημαίνουν, όμως, όλα αυτά; Έχει έρθει η στιγμή να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη κάνοντας την αυτοκριτική μας, τόσο ως κοινωνία αλλά και ως άτομα ξεχωριστά, συμφωνώντας, πάνω απ’ όλα, με την κρετίνικη Νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα; Ν’ αποδεχτούμε τα λεγόμενα του Πάγκαλου πως τα-φάγαμε-μαζί, να κλειστούμε στα σπίτια μας και να υπομένουμε αργά, βασανιστικά και μαρτυρικά τις «συνέπειες των πράξεών μας», την εξαθλίωση, τη μιζέρια και την μαζική ταπείνωση;
Η αυτοκριτική, ανάλογα, φυσικά και με την περίσταση, αποτελεί μια βασική προϋπόθεση προκειμένου να βαδίσει κανείς μπροστά. Όμως, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με γνώμονα τη λογική και με σύνεση, ώστε να μην καταλήξει σε αυτο-μαστίγωμα! Δίχως την αυτοκριτική καταδικάζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό στην απραγία, καθώς δεν αναγνωρίζουμε τα δικά μας σφάλματα και, συνεπώς, ούτε την δύναμή μας να τα διορθώσουμε, αλλά ούτε και τον έλεγχο που ασκούμε πάνω στα πολιτικο-κοινωνικά δρώμενα. Από την άλλη, με τίποτα δεν θα πρέπει την οργή που νιώθουμε ζώντας σε μια απάνθρωπη και καταθλιπτογόνα κοινωνία να την μετατρέψουμε σ’ ένα εσωτερικό ξέσπασμα κατηγορώντας συνεχώς τον εαυτό μας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ν’ αποβεί καταστροφικό τόσο για εμάς τους ίδιους όσο και για την κοινωνία, βυθίζοντάς την σε ακόμα μεγαλύτερη εξαθλίωση καθώς θα βόλευε μια χαρά τις ολιγαρχίες να μην υπήρχαν εξεγέρσεις κι επαναστάσεις πουθενά. Ως εκ τούτου, αρχικά με ψυχραιμία, και έπειτα βάση μιας λογικής συνοχής και δίχως να υιοθετούμε αυθαίρετα συμπεράσματα ή ν’ αναζητούμε εύκολες απαντήσεις, θα πρέπει να διαυγάσουμε την πραγματικότητα, και στο πρακτικό πεδίο, να την μετασχηματίσουμε:
Αναμφισβήτητα κι εμείς, ως πολίτες, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε και το δικό μας μερίδιο ευθύνης, για την απάθεια και την αδιαφορία που τόσα χρόνια δείχναμε μπροστά στο τερατούργημα του πελατειακού κράτους, ψηφίζοντας κόμματα που όχι μόνο δεν έκαναν τίποτα για ν’ αντιμετωπίσουν αυτήν την θλιβερή κατάσταση, αλλά την συντηρούσαν και την έτρεφαν, διαλύοντας, έτσι, κάθε ίχνος αξιοκρατίας. Όμως, από την άλλη, οι Ευρωπαίοι ηγέτες που τη στιγμή αυτή σηκώνουν το δάχτυλό τους στον «κακό μαθητή» που λέγεται Ελλάδα, και επιδίδονται σ’ ένα ντελίριο κατηγοριών, δεν γνώριζαν την διαφθορά που έχει διαβρώσει όχι μόνο ολόκληρη την πολιτική ηγεσία, τους πλούσιους και την εκκλησία, αλλά και ένα κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας; Φαντάζει γελοίο να πιστεύει κανείς πως όντας η Ελλάδα μέλος της ΕΕ για πάνω από τρεις δεκαετίες, δεν βρέθηκε κανείς να μας προειδοποιήσει, θίγοντας τα κακώς κείμενα, πολύ πριν φτάσει ο κόμπος στο χτένι! Σίγουρα οι Ευρωπαίοι ηγέτες, μαζί τους και οι οικονομικές ελίτ, με τη στάση τους εισέπραξαν μεγάλα οφέλη από την Ελληνική διαφθορά (να θυμίσουμε τον νεποτισμό της Siemens ή τα σκάνδαλα με τα υποβρύχια;). Άλλωστε, η διαφθορά και οι πελατειακές σχέσεις είναι φαινόμενο που είναι εντονότερο σε άλλες χώρες που μέχρι πρόσφατα είχαν τον σεβασμό του Ευρωπαϊκού βορρά. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, δίπλα στο κράτος, υπάρχει η μαφία και η καθολική εκκλησία. Μια τριάδα διαφθοράς – τρεις αλληλοδιαπλεκόμενες εξουσίες. Όσο η «τρίτη οικονομία της Ευρώπης» βρισκόταν υπό ανάπτυξη, όλα ήταν καλά. Τί θα ειπωθεί, τελικά, για την ιδιομορφία της Ιταλίας αν καταρρεύσει δημοσιονομικά και αυτή μένει να δούμε!
Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο Νεοφιλελευθερισμός είναι μια ιδεολογία, μια ακόμη θρησκεία: με βάση το σκεπτικό των Νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, «μόνο οι  τεμπέληδες είναι αυτοί που υποφέρουν καθώς το αόρατο χέρι της αγοράς  φροντίζει ν’ ανταμείβει τους σκληρά εργαζόμενους». Αυτή η αντίληψη πως «η σκληρή δουλειά πάντα σε βγάζει κάπου», παγιώθηκε στις Η.Π.Α την δεκαετία του  50 και 60, πάνω στην οποία χτίστηκε ολόκληρη η απάτη του  Αμερικάνικου Ονείρου. Έτσι, μέσα από το δόγμα αυτό, ξεπηδά μια νέας  μορφής ετερονομία, όπου το σύστημα είναι αλάνθαστο, συνεπώς, για όλα τα δεινά της κοινωνίας υπαίτιοι είμαστε εμείς. Αυτού του είδους η «θρησκεία» χαρακτηρίζει και τη οικονομική γραμμή που χαράζει η Ε,Ε, όπου  το σύστημα ποτέ δεν σφάλει ενώ για την κατάντια των χωρών του νότου  φταίνε οι ίδιοι οι κάτοικοι είτε διάφοροι άλλοι παράγοντες (ποτέ, όμως, το σύστημα). Όπως έγραψε και ο Κώστας Βαξεβάνης: «Η Γερμανία κερδίζει μια  χαρά την περίοδο της κρίσης, την ώρα που οι άτακτες χώρες του Νότου  ρίχνονται στην πυρά των μνημονίων, με διαφορετικό επιχείρημα η  καθεμία. Αλλά, περιέργως, με ίδια συνταγή και ίδιο μνημόνιο. Αν ρωτήσεις  γιατί η Ισπανία, που δεν έχει έλλειμμα όπως η Ελλάδα, είναι σε κρίση,  θα σου πουν λόγω της φούσκα του real estate. Αν ξαναρωτήσεις γιατί η  Ιρλανδία, που ήταν υπόδειγμα δημοσιονομικής τάξης, στον αντίποδα της  ατίθασης Ελλάδας, καταρρέει, θα σου πουν κάτι  άλλο. Η θεραπεία, όμως, είναι η ίδια. Λιτότητα».
Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, που θα θέσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό πρώτα απ’ όλα δεν είναι αν θέλουμε επανάσταση, αλλά, τί είδους επανάσταση θέλουμε, τη στιγμή που μεγάλο κομμάτι του Ελληνικού πληθυσμού παραμένει πολιτικά ανενεργό, περιμένοντας να έρθει η στιγμή που θα περάσει η μπόρα, όπου όλοι θα ξαναγυρίσουν πίσω στις προμνημονιακές «δόξες». Από την άλλη, κυριαρχεί ιδιαίτερα έντονα στον πολιτικό λόγο μια τάση οπισθοδρομισμού, όπου όλο το ακροδεξιό αντιμνημονιακό μπλοκ κάνει λόγο για προδότες πολιτικούς που θα πρέπει να κρεμαστούν και επιδίδεται σε μια κατάφορη συνωμοσιολογία που για πολλούς αποτελεί, πλέον, lifestyle, μια τάση που εκφράστηκε μέσω του εκλογικού ποσοστού της τάξης του 6,9% που αντιστοιχεί στο νεο-ναζιστικό μόρφωμα του κόμματος-συμμορία της Χρυσής Αυγής και 7,51% των Ανεξάρτητων Ελλήνων (πώς είναι, άραγε, δυνατόν πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι να εμπιστεύονται το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους σ’ ένα κόμμα που θεωρεί ότι μας ψεκάζουν τα επιβατικά αεροπλάνα!) Ή μήπως ν’ αγνοήσουμε το γεγονός πώς στην Ελλάδα του 2012 υπάρχουν ακόμη άτομα που πιστεύουν ότι ένα καθεστώς σαν του Στάλιν ή του Μάο Τσε Τουνκ θα μπορούσε ν’ αποτελεί μια καλή εναλλακτική λύση στα προβλήματά μας;
Η αποσάθρωση της Δύσης
Τα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας και του Ευρωπαϊκού ονείρου, στο οποίο οι περισσότεροι πιστέψαμε ελπίζοντας ότι θα μπορούμε να ζούμε πλουσιοπάροχα, αποτελούν, πλέον, παρελθόν. Μαζί τους όμως γκρεμίζεται και ο μύθος της φιλελεύθερης Δύσης και των καπιταλιστικών παραδείσων που στο φαντασιακό του μέσου Έλληνα παρέχουν τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μια απατηλή βιτρίνα κοινωνιών που παραπαίουν. Έτσι, λοιπόν, στο σημείο αυτό ας αναρωτηθούμε το εξής: Κατά πόσο η σημερινή εικόνα της «πολιτισμένης» Δύσης αποτελεί αντίδοτο στον νεοελληνικό οπισθοδρομισμό ή μήπως τόσο η Ελληνική όσο και οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν να τραβήξουν μεγάλο δρόμο μπροστά τους, καθώς είναι καιρός και αυτές να έρθουν σ’ επαφή με τον δικό τους καθρέφτη και να διαυγάσουν με προσοχή την πραγματικότητα που οι ίδιες δημιούργησαν;
Όλα δείχνουν πως δεν θα φέρει ένας Ρουσσώ και ένας Βολτέρος την άνοιξη του Διαφωτισμού που δεν γνώρισε ποτέ της η Ελλάδα, καθώς τα σπέρματα πραγματικής δημοκρατίας και αυτονομίας που αναδύθηκαν μέσα από τα φιλοσοφικά ρεύματα και τις επαναστάσεις των προηγούμενων αιώνων τείνουν να σβήσουν στο μυαλό και στη σκέψη του Δυτικού ανθρώπου. Τί να πει κανείς, άραγε, για τα απογοητευτικά αποτελέσματα που έδειξε έρευνα του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, όπου μεταξύ ενός δειγματοληπτικού αριθμού Γερμανών 7.500 μαθητών ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό «δεν παρατηρεί σημαντικές διαφορές μεταξύ της δικτατορίας της ναζιστικής Γερμανίας και της δημοκρατικής Γερμανίας»; Ως τί μπορούν να χαρακτηριστούν οι δηλώσεις του προέδρου του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, Μάρτιν Σουλτζ: «Η χαοτική κατάσταση στην Ελλάδα και (η) άνοδος των ριζοσπαστικών κομμάτων είναι κάτι τρομακτικό να το φανταστεί κανείς» αν όχι ανησυχητικές; Σε ποιό συμπέρασμα καταλήγουμε με βάση την  «ανάλυση» της αμερικανικής Stratfor αναφορικά με τις εξελίξεις στην χώρα που επισημαίνει πως «η ευρωπαϊκή οικονομική κατάσταση θα επιδεινωθεί» οδηγώντας «σε μια θεμελιώδη ρήξη του συστήματος για την οποία θα ευθύνονται οι πολιτικές και όχι οι οικονομικές διαφορές» και πως προτού συμβεί αυτό «θα παρατηρηθούν ορισμένες κοινωνικές μετατοπίσεις σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες»; Το ίδιο δημοσίευμα συνεχίζει δε, αναφέροντας πως «μια τέτοια μετατόπιση παρατηρείται ήδη στην Ελλάδα, όπου έχουν εντοπιστεί διάφορες παρεκκλίσεις πρόσφατα: Η βία στις κοινωνικές διαμαρτυρίες, η αυξανόμενη στήριξη εναλλακτικών πολιτικών ιδεολογιών και η φθίνουσα παρουσία των περισσότερο   μετριοπαθών στοιχείων της κοινωνίας», και πως «τα  γεγονότα αυτά μπορούν να σηματοδοτήσουν τη μεταμόρφωση μιας πρωταρχικά  οικονομικής κρίσης σε μια πρωταρχικά πολιτική κρίση στην Ελλάδα, μια  τάση πιθανή να εξαπλωθεί στην Ευρώπη».
Όταν για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, φτάνουμε στο σημείο να εκλάβουμε έννοιες όπως «ριζοσπαστισμός» και «εναλλακτικές πολιτικές ιδέες» ως ένα καθ’ αυτό πρόβλημα που εγκυμονεί κινδύνους, σε συνδυασμό με το γεγονός όπου ένα μεγάλο ποσοστό Ευρωπαίων (κυρίως οι ψηφοφόροι των κεντρο-ακρο-δεξιών κομμάτων), που σε  κάποιες περιπτώσεις αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, επιλέγει να ενημερώνεται  από  φασιστοφυλλάδες τύπου Bild και Daily Mail, διψώντας για αίμα λαών που είναι «κατώτεροι» ή «παράσιτα», τότε διαπιστώνουμε την επικράτηση ενός γενικευμένου κομφορμισμού και μιας βαθιάς απο-πολιτικοποίησης. Πλέον, οι Δυτικές κοινωνίες αδυνατούν να έρθουν σ’ επαφή με  την εν γένει πραγματικότητα που οι ίδιες δημιουργούν, αδυνατούν να θέσουν σε αμφισβήτηση τους θεσμούς και τις νόρμες που μέχρι στιγμής τυφλά ακολουθούσαν. Η παράλυση αυτή του αυθορμητισμού τους και η σχεδόν παγιωμένη πλέον ανικανότητά τoυς ν’ αμφισβητούν τον εαυτό τους σε συνδυασμό με την έλλειψη νοήματος και, κατ’ επέκταση, νέων πολιτικών προταγμάτων είναι ίσως οι βασικότεροι λόγοι που η επιφανειακότητα και οι χονδροειδείς προσεγγίσεις κυριαρχούν στα πολιτικά debates. Η νέκρωση κάθε σοβαρής πολιτικής σκέψης που μαστίζει τον Δυτικό κόσμο, σε συνδυασμό με την υποχώρηση των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων των δεκαετιών του ’50-’70, έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου ιδεολογική στειρότητα, αφήνοντας το πεδίο δράσης ανοιχτό σε πάσης φύσεως τεχνοκράτες να κυριαρχήσουν στον «πολιτικό» λόγο, αυτοεπιβαλλόμενοι ως «ειδικοί»  και «αυθεντίες» ποντάροντας ακριβώς στην αδυναμία διαύγασης των  καταστάσεων εκ μέρους της πλειοψηφίας των πολιτών, ως ατόμων, και των  κοινωνιών.
Τα τερατώδη δημοσιεύματα του Κίτρινου Τύπου και διαφόρων άλλων φυλλάδων ευρείας κατανάλωσης/κυκλοφορίας, επίσης, φανερώνουν μια άλλη πραγματικότητα, αυτήν της ολικής αξιακής αποσύνθεσης της Δύσης και τον εγκλεισμό της στο δόγμα του Νεοφιλελευθερισμού του οποίου την προπαγάνδα καταπίνει αμάσητα. Αν, δηλαδή, υποθέσουμε ότι όντως ο Ελληνικός λαός αποτελείται από ένα μάτσο τεμπέληδες οι οποίοι αμείβονται πλουσιοπάροχα και εργάζονται λίγο, τότε για ποιόν λόγο οι πολίτες του Ευρωπαϊκού βορρά δεν πιέζουν οι ίδιοι τις κυβερνήσεις τους ώστε να μειώσουν και αυτοί τα ωράρια εργασίας τους διεκδικώντας, ταυτόχρονα, και καλύτερους μισθούς; Μήπως γιατί, και αυτοί, ζώντας στην εποχή της ασημαντότητας και της μαζικής απο-πολιτικοποίησης ξέχασαν τί πάει να πει «μάχομαι για τα δικαιώματά μου» κι έτσι, αντί να κάνουν κάτι ώστε να ξεφύγουν από την σκλαβιά του «δούλευε και μην ερεύνα» προσπαθούν να επιβάλουν το ίδιο κοινωνικό μοντέλο και στις χώρες του Νότου μην μπορώντας όχι μόνο να αγωνιστούν για περισσότερα δικαιώματα, αλλά και να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις προτεσταντικές τους αξίες με τις οποίες μεγάλωσαν, εδραιώνοντας έτσι την ετερονομία που διακρίνει το κοινωνικό τους γίγνεσθαι;
Πλέον, κάθε έννοια πολιτικής δράσης και αναζήτησης νέων προταγμάτων, κάθε προσπάθεια στοχασμού της πραγματικότητας, όχι απλά ως κάτι θετικό, αλλά έστω ως «κάτι», βυθίστηκε στον βούρκο της ασημαντότητας, μέσα σε μια κοινωνία κατασκευής ανθρώπων-μηχανών που επιχειρούν να συγκαλύψουν την έλλειψη κάθε νοήματος αναφορικά με την ύπαρξή τους, καταναλώνοντας σκουπιδοπροϊόντα, μιας μάζας ανθρώπων που ακόμα και σε  κατάσταση απόλυτης ένδειας ταυτίζουν την πιθανότητα της (υπερ)κατανάλωσης, με την «επιτυχία» και την προσωπική τους ολοκλήρωση. Ο «πολιτισμός» του ολοκληρωτισμού της απάθειας και του κυνισμού, της μηδαμινότητας, της απομόνωσης και των ψυχοφαρμάκων σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του σκοτώνοντας κάθε έννοια πολιτικής αμφισβήτησης στο βωμό της πλαστικής ευτυχίας και του θεάματος. Μπορούν άραγε τα κινήματα της δεκαετίας του 60, που κατάφεραν όχι μόνο ν’ αποδομήσουν απαρχαιωμένες αξίες και μύθους που είχαν ριζώσει βαθιά στις Δυτικές κοινωνίες, αλλά και ν’ αλλάξουν ολόκληρο τον κόσμο ως ένα βαθμό, να συγκριθούν με τις πορείες διαμαρτυρίας που λαμβάνουν χώρα στις σημερινές καπιταλιστικές μεγαλουπόλεις, όπου τα μοναδικά τους αιτήματα είναι οικονομικά (είτε επιστροφή στον παλιό καπιταλισμό με «ανθρώπινο» πρόσωπο); Μπορούμε, ακόμα και στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, να συγκρίνουμε τους Σαρκοζύ, Κάμερον, και Μέρκελ με τους Τσόρτσιλ, Ντε Γκολ, Ρούζβελτ; Αναμφισβήτητα, οι μεν τελευταίοι ήταν συντηρητικοί, αυταρχικοί και ξεπερασμένοι για την εποχή τους (σε αυτό βοήθησαν και τα κινήματα ώστε να τους κάνουν να φαίνονται ξεπερασμένοι), δεν παύουν, όμως, να φαντάζουν κολοσσοί σε σύγκριση με τους σημερινούς οι οποίοι δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια θλιβερή κουστωδία, ανίκανη να κατανοήσει και το πιο απλό πρόβλημα, να φέρει σε πέρας έστω και επουσιώδη διαδικαστικά ζητήματα.
Παρά την τελμάτωση της πολιτικής σκέψης και την βύθιση κάθε οράματος στον βούρκο της ασημαντότητας, μια αχτίδα φωτός φαίνεται να ξεπροβάλει στο σκοτάδι. Είναι αυτή που μας λέει πως το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν είναι μόνο αναποτελεσματικό, αλλά, πλέον, και γερασμένο, και πως τα κινήματα των πλατειών που δημιουργήθηκαν και έδρασαν εκτός από την Ελλάδα, στην Ισπανία, στις Η.Π.Α (με το περίφημο Occupy Wall Street) έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στην κινηματική νεότερη ιστορία, αναδεικνύοντας νέα ελευθεριακά προτάγματα, όπως αυτό της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας. Θ’ αγνοήσουμε την προσφορά τους μένοντας απαθείς και ζώντας ως σύγχρονοι δούλοι, δίχως ουσιαστικές πολιτικές ελευθερίες, παρά μόνο με την ψευδαίσθηση πως είμαστε κυρίαρχοι του παιχνιδιού λόγω του ότι μια φορά στα τέσσερα χρόνια έχουμε το δικαίωμα να επιλέξουμε ποιός θα είναι ο ηγέτης μας, (ο οποίος, φυσικά, ελάχιστα έως τίποτα θα πράξει από αυτά που προ-εκλογικά μας υποσχέθηκε); Ή μήπως θα μείνουμε παγιδευμένοι σε χρεοκοπημένες ιδεολογίες, αναζητώντας πρόχειρες λύσεις και αναπαράγοντας τον ντετερμινισμό του «τίποτα καλύτερο δεν θα μπορούσε να υπάρξει»; Εάν, λοιπόν, θέλουμε μια καλύτερη κοινωνία, τότε θα πρέπει όλοι μαζί, βόρειοι και νότιοι, ανατολικοί και δυτικοί, να κοιτάξουμε το μέλλον μέσα από τον καθρέφτη του εαυτού μας, να πάρουμε τις τύχες στα χέρια μας αφήνοντας πίσω το μίζερο παρελθόν. Εάν, όμως, επιλέξουμε μείνουμε απαθείς δούλοι, τότε ας υποστούμε τις συνέπειες των πράξεών μας!

πηγή: Eagainst

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου