Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Το χάσαμε το κατσίκι.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω και έτσι απότομα ξύπνησα από το παράξενο όνειρο. Ήμουνα σε ένα μέρος κρύο δίχως φως και ήλιο. Δεν ήταν η χώρα μου. Δεν ήμουν πια νέος. Είχα γεράσει μέσα σε ένα βράδυ. Καθόμουν σε μια πολυθρόνα και στα ρυτιδιασμένα και αδύναμα χέρια μου κρατούσα ένα μικρό μελαχρινό κοριτσάκι. ‘’ Παππού θα μου πεις ένα παραμύθι; ’’, με ρώτησε. Και ξεκίνησα να της διηγούμαι το δικό μου παραμύθι.

Μικρό μου κοριτσάκι κάποτε υπήρχε μια πόλη τόσο όμορφη μα και τόσο βασανισμένη. Ο ήλιος ήταν πάντα φίλος της και την ζέσταινε τις περισσότερες μέρες του χρόνου. Τα σύννεφα περνούσαν περιστασιακά πάνω από τον ουρανό της αλλά χωρίς ποτέ να καταφέρνουν να γκριζάρουν το μοναδικό  φωτεινό της χρώμα. Και από την καρποφόρα γη της τρεφόντουσαν άνθρωποι και ζωντανά . Ευλογημένο τόπο τον χαρακτήριζαν πολλοί για αυτό μάλλον η Λογική και η Ελευθερία διάλεξαν να γεννηθούν εκεί. Δυστυχώς όμως οι ‘Έννοιες αυτές κρύφτηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Κρύφτηκαν μέσα στα μυαλά των πολιτών της για να σωθούν από τους αλλεπάλληλους πολέμους, τις πολιορκίες και τα τυραννικά καθεστώτα που καταταλαιπωρούσαν την πόλη κατά καιρούς.

Χάσανε αρκετές μάχες, σκλαβωθήκανε σε βάρβαρους εχθρούς αλλά ποτέ δεν ξεθώριαζε στο μυαλό τους η σκέψη για πραγματική Ελευθερία. Με όπλο την μαγική, αιώνια γλώσσα τους γράψανε ποιήματα, φτιάξανε τραγούδια, εξέλιξαν τις επιστήμες για να θωρακίσουν τις δύο Έννοιες. Θα μπορούσες να τους χαρακτηρίσεις ξεροκέφαλους γιατί ακόμα και αν μια μάχη φαινόταν χαμένη αυτοί πάλευαν μέχρι το τέλος. Ακόμα και σε περιόδους που υπήρχε διχόνοια μεταξύ τους, όταν η πόλη κινδύνευε ένωναν τις δυνάμεις τους. Ένωναν τις ασπίδες τους και τις κραυγές τους. ¨Αυτήν την πόλη ο ήλιος θέλει να την βλέπει ανεξάρτητη και περήφανη¨ βροντοφώναζαν.

Ήρθε όμως η μαύρη εποχή όπου ένας μασκοφόρος τύραννος πήρε στα χέρια του την εξουσία . Κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια άλλαζε μάσκα δίνοντας μια ψευδαίσθηση ελευθερίας στους πολίτες. Πότε μπλε και πότε πράσινη μάσκα. Τους έστησε παγίδα, τους έλεγχε και τους υπέταξε σε έναν μάταιο κύκλο. Τους έκανε δώρα πολύχρωμους παπαγάλους και εκείνοι έσπειραν το φόβο στον εγκέφαλο τους. Σε κάθε σπίτι υπήρχε τουλάχιστον ένας παπαγάλος που σαν εσωτερικός εχθρός θόλωσε τη κρίση τους. Και έτσι οι παπαγάλοι αλλοίωσαν τη γλώσσα, κατέστρεψαν την ποίηση και τα τραγούδια τους. Οι πολίτες απώλεσαν τις ρίζες τους, και οι Έννοιες ξεθώριασαν στα θολά τους τα μυαλά.  Έγιναν άνθρωποι  μαλθακοί, ζηλιάρηδες και αραγμένοι σε καναπέδες παρακαλούσανε να πεθάνει η κατσίκα και να ξεραθούν τα αμπέλια του γείτονα τους.

Και έτσι ο μασκοφόρος τύραννος τα είχε καταφέρει. Άλωσε το μοναδικό απολιόρκητο κάστρο τους, το ατίθασο πνεύμα τους. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ήρθε και το τελικό σχέδιο. Οι τύραννοι πολλών πόλεων αποφάσισαν να ενώσουν τις πόλεις και τα συμφέροντα τους. Το πλάνο τους ήταν ξεκάθαρο. Μια κεντρική εξουσία που θα μάζευε όλα τα κατσίκια και τα κτήματα των πολιτών της γης. Πως όμως το κατάφεραν να το πετύχουν αυτό; Έτσι τους δείξανε κάτι χαρτιά όπου τάχα λέγανε πως χρωστάνε τα κτήματα τους και τις κατσίκες τους σε ξένους. Και οι παπαγάλοι έκραζαν κάθε μέρα ¨Φάγατε, χρωστάτε, πληρώστε¨ .Και όσο και να σου φαίνεται τρελό εκείνοι το χάψανε. Αντί να βαλσαμώσουνε τους παπαγάλους , τους πιστέψανε. Αντί να κάψουν τα χαρτιά, τα σεβαστήκανε. Αντί να πετάξουν στη θάλασσα τους τυράννους να τους φάνε τα σκυλόψαρα, τους φίλησαν τα πόδια.

 Μερικοί έξυπνοι και ενεργοί πολίτες κατάλαβαν το κακόβουλο σχέδιο και προσπάθησαν να ξυπνήσουν τους υπόλοιπους. Αλλά τους είπαν γραφικούς και απατεώνες.  Στην πιο κρίσιμη στιγμή δεν ενωθήκανε όπως κάνανε σε άλλες εποχές. Φοβηθήκανε; Δεν ήταν πλέον άξιοι των Εννοιών της Ελευθερίας και της Λογικής; Δεν κατάλαβαν καλά τον τεράστιο κίνδυνο; Ήταν βαρύ το πάπλωμα που τους σκέπαζε στον καναπέ; Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν νοιάζεται πλέον. Σημασία έχει πως χάσανε και μάλιστα για πρώτη φορά στην Ιστορία τους χωρίς να πολεμήσουν. Μοιραία λοιπόν γίνανε σκλάβοι στην ίδια τους τη γη. Φιλοξενούμενοι στα ίδια τους τα σπίτια. Πίνανε μόνο σταγόνες από το γάλα των ζώων και τρώγανε αποφάγια. Και από τότε το κεφάλι τους είναι σκυφτό. Και οι τύραννοι από το πολύ φαί γίνανε βασιλιάδες. Χοντροί, γλοιώδεις, άπληστοι Βασιλιάδες μιας νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων……

-Παππού και o Ήλιος το δέχτηκε;
- Από τότε κλαίει γιατί δεν αντέχει να τους βλέπει σκυφτούς. Αλλά μη φοβάσαι. Κάθε μέρα ξεκινά από την Ανατολή και καταλήγει στη Δύση. Τους κοιτά και περιμένει να ξαναβρούν τη δύναμη τους, να σηκώσουν το βλέμμα τους και να τον αντικρύσουν με περηφάνια.  
-Παππού, εσύ τι θα έκανες στη θέση τους ;

Δεν ήξερα τι να απαντήσω και έτσι απότομα ξύπνησα από το παράξενο όνειρο. Τι να έλεγα στο παιδί; Δεν ήξερα. Τι θα έκανα για το κτήμα μου, για τους φίλους μου, για την οικογένεια μου, για την πόλη μου, για τη χώρα μου, για μένα; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου