
Θα σε πετύχω τυχαία στο δρόμο. Καλησπέρα, τί κάνεις; Όλα καλά; Σκατά, τα ίδια, αντέχουμε. Θα περπατήσουμε μαζί.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να έρθω εδώ, να περπατήσω αυτούς τους δρόμους, να κοιτάξω αυτά τα πρόσωπα, να ζήσω αυτές τις μέρες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις
κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα
απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια.
Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες.
Δεν ήμουν φτιαγμένος για αυτό, θα πεις και θα σκέφτεσαι τις
φωτογραφίες κάποιων διακοπών, τότε που ήμαστε όλοι είκοσι και τίποτα δεν
μπορούσε να πάει στραβά. Τίποτα δεν έμπαινε ανάμεσα στον εαυτό και την
επιθυμία.
Θα πεις. Ήμουν φτιαγμένος για εκείνη την μακρινή παραλία με την
παράταιρη καντίνα, τις παγωμένες μπύρες και την πίτα κάτω απ’ το
αρμυρίκι. Για αυτοσχέδιες συναυλίες, μυστήριες γυναίκες, σπιτικά ποτά,
αγέραστα καφενεία και νυχτερινές μπάρες. Ήμουν φτιαγμένος για πρωινές
βόλτες και σακούλες γεμάτες βιβλία. Για βραδινά μπάνια και κοφτές
ντρίπλες.